φρεγάδα

φρεγάδα
[-άς (-άδος)], φρεγάτα η
1) мор. фрегат; 2) перен. королева (о стройной, красивой женщине)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φρεγάδα" в других словарях:

  • φρεγάδα — φρεγάδα, η και φρεγάτα, η και φεργάδα, η (λ. ιταλ.) 1. ιστιοφόρο πλοίοτου παλιού πολεμικού ναυτικού με τρία όρθια κατάρτια και πλήρη εξάρτυση δρόμωνα. 2. σύγχρονο ανθυποβρυχιακό πλοίο συνοδείας. 3. μτφ., γυναίκα εύσωμη, καμαρωτή, κομψή, ωραία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φρεγάδα — η, Ν βλ. φρεγάτα (Ι) …   Dictionary of Greek

  • -άδα — (I) παραγωγική κατάληξη από αρχαία ουσιαστικά σε άς, άδος. Στα παράγωγα αυτά η κατάληξη τής αιτιατικής επεκτάθηκε αναλογικά στην ονομαστική, όπως: αγελάς την αγελάδα η αγελάδα, η φορβάς την φορβάδα η φορ(β)άδα, η κοιλάς την κοιλάδα η κοιλάδα κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • φεργάδα — η, Ν βλ. φρεγάδα …   Dictionary of Greek

  • φρεγάτα — Τύπος ελαφρού πολεμικού πλοίου με 3 όρθια κατάρτια και πλήρη εξάρτηση δρόμωνα. Στα μέσα του 17ου αι. ως φ. αναφέρονταν μικρά σκάφη, που χρησιμοποιούνταν ως ανιχνευτικά, με λίγα οπλισμένα πυροβόλα. Βαθμιαία όμως μεγάλωναν και οι διαστάσεις της φ …   Dictionary of Greek

  • φρεγαδόνι — το, Ν μικρή φρεγάτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρεγάδα + υποκορ. κατάλ. όνι (πρβλ. γλαρ όνι: γλάρος, ψαρ όνι: ψάρος)] …   Dictionary of Greek

  • Καφηρέας — Ακρωτήριο στη νοτιοανατολική ακτή της Εύβοιας, γνωστό και ως Κάβο Ντόρο. Ψηλό και απόκρημνο, αποτελεί απόληξη μιας χερσονησώδους προβολής του όρους Όχη. Η ονομασία Κάβο Ντόρο (χρυσό ακρωτήριο) είναι ιταλική. Προέρχεται, όπως υποστηρίζουν… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»